Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

Προσβολή είναι να υποτάσσεσαι σε αυτούς που λεηλατούν τη ζωή σου

Ο παραλογισμός της εξουσίας αγγίζει τα όρια της γελοιότητας. Οι άρχοντές μας αμήχανοι απέναντι στις διαμαρτυρίες και τις αποδοκιμασίες του κόσμου, ξεγυμνώνονται αποδεικνύοντας για πολλοστή φορά το πραγματικό τους πρόσωπο. Για να νομιμοποιήσουν τις πράξεις τους δεν διστάζουν να καταργήσουν με κυνισμό κάθε επίφαση δημοκρατίας και ελευθερίας, να αποδείξουν ότι η δημοκρατία και η ελευθερία δεν είναι παρά κούφιες λέξεις που μεταμφιέζουν ένα ολιγαρχικό και απάνθρωπο καθεστώς.
Στην πόλη της Χαλκίδας, στην τελετή του αγιασμού (;) των μολυσμένων μας υδάτων, η παρουσία του προέδρου της ‘‘δημοκρατίας’’ Κάρολου Παπούλια και του υπουργού εσωτερικών Τάσου Γιαννίτση προκάλεσε την έντονη αποδοκιμασία και διαμαρτυρία από τη μεγάλη πλειοψηφία του παρευρισκόμενου κόσμου. Δεν ήξεραν πού να κρυφτούν οι θεματοφύλακες του σάπιου και αδίστακτου πολιτικού μας συστήματος και έφυγαν άρον άρον. Άμυνά τους, όπως πάντα, η δράση της αστυνομίας η οποία στοχοποίησε 5 άτομα που διαμαρτύρονταν και τα προσήγαγε βίαια στο αστυνομικό τμήμα (μία γυναίκα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο) με την κατηγορία της ‘‘προσβολής του προσώπου του προέδρου της δημοκρατίας’’. Γελοιότητες. Δεν ήμασταν μόνο πέντε αυτοί που διαμαρτύρονταν και αποδοκίμαζαν αλλά σχεδόν όλος ο παρευρισκόμενος κόσμος. Απομονώθηκαν πέντε άτομα για να παραδειγματιστεί το διαμαρτυρόμενο πλήθος, να ενοχοποιηθεί κάθε επιθυμία αντίστασης, κριτικής και αμφισβήτησης. Στην ουσία, προσπαθούν να φιμώσουν το λόγο για να ανακόψουν τις απελευθερωτικές πράξεις που μπορεί να εμπνεύσει.
Το ζητούμενο είναι να αθωωθεί, με τρόπο θεαματικό και με μέτρα απροκάλυπτα αυταρχικά και ολοκληρωτικά, μια πολιτική που γεννάει το έγκλημα, που προκρίνει το κέρδος, που πολλαπλασιάζει τα γκέτο πλουσίων και φτωχών, που συντηρεί μια εκπαίδευση στρατοπέδου συγκεντρώσεως, που επιταχύνει την υλική και πνευματική ένδεια, που υποδαυλίζει τον κυνισμό και τον ωχαδερφισμό της απελπισίας.
Το να αναθεματίζεις όμως αυτούς που σου κλέβουν τη ζωή, ενώ συνδέεται με το δικαίωμα στην οργή, δεν αρκεί. Είναι το πρώτο βήμα, από μόνο του όμως δεν οδηγεί πουθενά. Η καλύτερη κριτική απέναντι στις αθλιότητες των πολιτικών και οικονομικών ολιγαρχιών που μας εξουσιάζουν είναι να δημιουργείς την κατάσταση που αποτελεί το αντίδοτό τους. Πρέπει συλλογικά να αναζητήσουμε τους τρόπους για την οικοδόμηση ενός νέου πολιτισμού. Το ζήτημα δεν είναι τα πρόσωπα αλλά το οικονομικό και πολιτικό σύστημα που παράγει τους αχρείους που το διευθύνουν. Αν δεν διεκδικήσουμε ενεργά και δημιουργικά το δικαίωμα να ορίζουμε εμείς τη ζωή μας, θα συνεχίσουν να την ποδοπατούν οι γνωστοί άγνωστοι πολιτικοί μας άρχοντες.
‘‘Λαέ, πεινάς, γιατί τους προσκυνάς’’ ήταν ένα από τα συνθήματα που ακούστηκαν στην προχθεσινή διαμαρτυρία. Στο φόβο και τον τρόμο που προσπαθούν να σπείρουν δεν πρέπει να κάνουμε πίσω, αλλά να αντιτάξουμε συλλογικά τις φωνές μας, με στόχο να θεσμίσουμε αυτόνομα τις κοινότητες μέσα στις οποίες ζούμε, χωρίς δήθεν αντιπροσώπους, με βάση τις αρχές της άμεσης δημοκρατίας, της ισότητας, της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας, του σεβασμού των διαφορετικοτήτων, της αλληλεγγύης. Είναι εφικτό, αρκεί να το θελήσουμε και να προσπαθήσουμε να το πραγματοποιήσουμε.
Καμία δίωξη στους συλληφθέντες.
Η αμφισβήτηση είναι πηγή της ελευθερίας.
Να οικοδομήσουμε τις δημιουργικές μας αντιστάσεις ενάντια στο ζοφερό μέλλον που μας ετοιμάζουν.
-Συνέλευση ελευθεριακών Χαλκίδας
-Αλληλέγγυες/οι από τη Χαλκίδα
-Κίνηση για την επανοικειοποίηση της υγείας
-Συλλογικότητα Μαύρο Πιπέρι
-Ανταρσία στον Εύριπο
-Συνελεύσεις μάχης στην εκπαίδευση
-Ανοιχτή Λαϊκή Συνέλευση Περιστερίου
-Ανοιχτή Λαϊκή Συνέλευση Νίκαιας
Επικοινωνία: synelxal@gmail.com

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012

Ναόμι Κλέιν, Γιόταμ Μάρομ: Γιατί τώρα; Ποια είναι η συνέχεια;

H Ναόμι Κλάιν και ο Γιόταμ Μάρομ συζητούν για το Occupy Wall Street (*)

N.K: Ένα από τα πιο μυστηριώδη πράγματα σχετικά με τη στιγμή που εκδηλώθηκε αυτό το κίνημα είναι «γιατί τώρα;». Οι άνθρωποι έχουν αντιπαλέψει τα μέτρα λιτότητας και τις τράπεζες αυτά τα τελευταία χρόνια, έχοντας ως βασική ανάλυση το «δεν θα πληρώσουμε εμείς για την κρίση σας». Αλλά τουλάχιστον στις ΗΠΑ, η ανάλυση αυτή δεν φαινόταν να έχει συνεπάρει μαζικά ακροατήρια. Υπήρχαν πορείες, υπήρχαν πολιτικά σχέδια και διαμαρτυρίες, αλλά αυτά σε μεγάλο βαθμό αγνοήθηκαν. Πραγματικά δεν υπήρχε τίποτα σε μαζική κλίμακα που να έπληξε έστω ένα νεύρο του συστήματος. Και τώρα, ξαφνικά, μια ομάδα ανθρώπων σε ένα πάρκο ξεκίνησε κάτι το εξαιρετικό. Ποια είναι η γνώμη σου γι’ αυτό, έχοντας συμμετάσχει από την αρχή στο Occupy Wall Street (OWS), αλλά και σε προηγούμενες διαδηλώσεις ενάντια στην λιτότητα;
Γ.M: Η πρώτη απάντηση είναι ότι δεν έχω ιδέα ̶ κανείς δεν έχει. Ωστόσο, μπορώ να κάνω κάποιες υποθέσεις. Νομίζω ότι υπάρχουν μερικά πράγματα στα οποία πρέπει να δώσουμε προσοχή όταν βλέπουμε στιγμές σαν αυτές. Είναι οι κοινωνικές συνθήκες, η ανεργία, η φτώχεια, ο αποκλεισμός, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι. Η κατάσταση είναι πραγματικά άσχημη, και δεν μπορούμε να λέμε ψέματα. Μια επιπλέον βάση για κάτι τέτοιο είναι η οργάνωση των ανθρώπων για να προετοιμάσουν στιγμές σαν αυτές. Μας αρέσει να φαντασιωνόμαστε τις εξεγέρσεις και τις μεγάλες πολιτικές στιγμές, και φανταζόμαστε ότι θα ξεσπάσουν από το πουθενά κι ότι αυτό είναι το μόνο που χρειάζεται. Αλλά αυτά τα πράγματα έχουν από πίσω ένα τεράστιο βαθμό οργάνωσης. Είναι όλα όσα συμβαίνουν κάθε μέρα, σε όλο τον κόσμο, σε κοινότητες που είναι πραγματικά περιθωριοποιημένες και αντιμετωπίζουν τις χειρότερες επιθέσεις. Αυτές είναι οι δύο προϋποθέσεις για μια στιγμή σαν αυτή που εμφανίστηκε το κίνημα. Εδώ θα με ρωτήσετε: «ποιο είναι το τρίτο στοιχείο που κάνει όλους να ενώνονται, ποια είναι η σκανδάλη, η μαγική σκόνη;». Δεν είμαι βέβαιος για την απάντηση, ξέρω όμως τι αισθάνεται κάποιος. Αισθάνεται ότι κάτι καινούριο άνοιξε, ένα είδος που κανείς πουθενά δεν ήξερε ότι υπήρχε, και ότι όλα τα πράγματα που πριν ήταν αδύνατα, τώρα έγιναν δυνατά. Έτσι, όλοι οι άνθρωποι που μόλις είδαν ότι αυτό ξεκίνησε, είδαν τους αγώνες τους μέσα σε αυτό, άρχισαν να ταυτίζονται μαζί του, να αυτοπροσδιορίζονται σε σχέση με αυτό. Άρχισαν να αισθάνονται ότι η νίκη είναι εφικτή, ότι υπάρχει εναλλακτική λύση.
Η διπλή δύναμη του κινήματος
N.K: Πιστεύετε ότι υπάρχει μια συνολική συζήτηση σχετικά με την ριζική αλλαγή του οικονομικού συστήματος; Εννοώ ότι εμείς γνωρίζουμε πως υπάρχει μια ισχυρή, ριζοσπαστική, οργισμένη κριτική της διαφθοράς και της εξαγοράς της πολιτικής διαδικασίας από τις επιχειρήσεις. Υπάρχει μια πραγματικά ισχυρή φωνή που ακούγεται. Αυτό που είναι λιγότερο σαφές είναι ο βαθμός στον οποίο οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να προχωρήσουν πραγματικά σε κάτι άλλο.
Γ.M: Ναι, πιστεύω ότι βρισκόμαστε σε μια μοναδική στιγμή για την ανάπτυξη ενός κινήματος που θα είναι όχι μόνο ένα κίνημα διαμαρτυρίας ενάντια σε αυτό που υπάρχει, αλλά και μια προσπάθεια να χτιστεί κάτι καινούριο στη θέση του. Πρόκειται για μια πρώιμη ίσως εκδοχή αυτού που θα αποκαλούσα «διπλή δύναμη του κινήματος». Από τη μια πλευρά το κίνημα προσπαθεί να διαμορφώσει τις αξίες και τους θεσμούς που θέλουμε να δούμε σε μια ελεύθερη κοινωνία, και την ίδια στιγμή δημιουργεί το χώρο γι’ αυτόν τον καινούριο κόσμο, με την αντίσταση και την αποδόμηση των θεσμικών οργάνων που μας εμποδίζουν να τον έχουμε. Σε γενικές γραμμές, η κατάληψη ως τακτική είναι μια εκπληκτική μορφή διπλού αγώνα: είναι ένα σπίτι όπου μπορούμε να «εξασκηθούμε» στην εναλλακτική κοινωνία με τη συμμετοχική δημοκρατία, με τις ριζοσπαστικές βιβλιοθήκες μας, με την ιατρική σκηνή όπου ο καθένας μπορεί να έχει θεραπεία. Τέτοια πράγματα σε μικρή κλίμακα είναι επίσης ένα ορμητήριο προς τα έξω, για τον αγώνα που δίνεται. Είναι το μέρος όπου διεξάγουμε τον αγώνα μας κατά των θεσμικών οργάνων που μας κρατούν μακριά από αυτά που χρειαζόμαστε, ενάντια στις τράπεζες που εκπροσωπούν τον χρηματιστηριακό καπιταλισμό, ενάντια στο κράτος που προστατεύει και προωθεί αυτά τα συμφέροντα. Είναι εκπληκτικό και πραγματικά ενθαρρυντικό αυτό που συμβαίνει, καθώς είναι κάτι που έχει λείψει σε πολλές μάχες στο παρελθόν. Συνήθως είχαμε ή το ένα ή το άλλο. Είχαμε εναλλακτικούς θεσμούς, όπως τα οικολογικά χωριά, τους συνεταιρισμούς τροφίμων και ούτω καθεξής, και στη συνέχεια βλέπαμε κινήματα διαμαρτυρίας και άλλους αντι-θεσμούς, όπως οι αντιπολεμικές ομάδες ή τα εργατικά συνδικάτα. Αλλά πολύ σπάνια όλα αυτά συναντιούνταν και έβλεπαν τον αγώνα τους ως κοινό. Και πολύ σπάνια έχουμε κινήματα που θέλουν να κάνουν και τα δύο μαζί, που να καταλαβαίνουν ότι οι εναλλακτικές λύσεις για τις οποίες αγωνίζονται πρέπει να διεκδικούνται με τρόπο που να αντανακλά τις συνολικές αξίες του κόσμου που θέλουμε να δημιουργήσουμε. Γι’ αυτό νομίζω ότι υπάρχει κάτι πραγματικά ριζοσπαστικό σε αυτό που συμβαίνει, και ότι έχουμε ένα τεράστιο μέγεθος δυνατοτήτων.
Η αντίσταση και οι εναλλακτικές λύσεις
N.K: Συμφωνώ απόλυτα ότι το κλειδί βρίσκεται στο συνδυασμό της αντίστασης και των εναλλακτικών λύσεων. Ένας φίλος μου, ο βρετανός ακτιβιστής τέχνης Τζο Τζόρνταν, λέει ότι οι ουτοπίες και η αντίσταση είναι ο διπλός έλικας στο DNA του ακτιβιστή, και ότι όταν οι άνθρωποι εγκαταλείπουν το σύστημα και απλά προσπαθούν να οικοδομήσουν την ουτοπία τους χωρίς να ασχολούνται με την εξουσία, τότε καθίστανται εξαιρετικά ευάλωτοι στην κρατική εξουσία και συχνά συνθλίβονται. Την ίδια στιγμή, αν μόνο διαμαρτύρεσαι, αν δηλαδή μόνο αντιστέκεσαι και δεν έχεις τις εναλλακτικές λύσεις, νομίζω ότι αυτό αποβαίνει δηλητηριώδες για τα κινήματα. Ακόμα αναρωτιέμαι για το ζήτημα της πολιτικής, για το άλμα από τις εναλλακτικές λύσεις μικρής κλίμακας στις μεγάλες αλλαγές πολιτικής που θα επιτρέψουν να αλλάξει η κουλτούρα. Πολλοί άνθρωποι έχουν συνειδητοποιήσει ότι το σύστημα είναι τόσο χρεοκοπημένο που πραγματικά δεν έχει σημασία ποιος θα είναι στην εξουσία. Ένας από τους τρόπους απάντησης σε αυτό είναι να πεις: «εντάξει, εμείς δεν πρόκειται να σχηματίσουμε ένα πολιτικό κόμμα και να προσπαθήσουμε να διεκδικήσουμε την εξουσία, αλλά θέλουμε να δούμε αυτό το σύστημα, να προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε τα διαρθρωτικά εμπόδια στην πραγματική αλλαγή, και να θέσουμε τους πολιτικούς στόχους που θα μπορούσαν κατ’ αρχάς να διορθώσουν αυτές τις διαρθρωτικές αδυναμίες». Αυτό λοιπόν σημαίνει ότι πρέπει να δούμε πράγματα όπως ο τρόπος με τον οποίο οι εταιρείες είναι σε θέση να χρηματοδοτούν τα κόμματα, τον ρόλο των μίντια, και συνολικά το θέμα της εταιρικής διαπλοκής σε αυτή τη χώρα. Είναι δυνατόν να βρούμε μερικές βασικές αρχές πολιτικής που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μια κατάσταση, ώστε δέκα χρόνια μετά οι άνθρωποι μπορεί να μην αντιμετωπίζουν με τόσο κυνισμό την ιδέα της αλλαγής του πολιτικού συστήματος. Τι πιστεύεις γι’ αυτό;
Γ.M: Έχεις δίκιο πως πρέπει να βρούμε τρόπους να το κάνουμε αυτό. Aλλά τρόπους που δεν θα θέτουν σε κίνδυνο ό,τι έχει επιτευχθεί ως τώρα, από ένα κίνημα που είναι τόσο ευρύ, ώστε τόσοι πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι μπορούν να συνυπάρχουν. Νομίζω ότι μέσα στο ευρύτερο κίνημα έχουμε διαφορετικούς ρόλους, και υπάρχει ένας ιδιαίτερος ρόλος για το OWS. Εγώ προσωπικά δεν θέλω να έχω καμία σχέση με τους ανθρώπους των ομάδων συμφερόντων που τρέχουν για την εξουσία αυτή τη στιγμή, ούτε θέλω να αφιερώσω όλο μου το χρόνο στο να κερδίσω μικρές αλλαγές στην πολιτική. Δεν νομίζω ότι αυτός είναι και ο ρόλος των ΟWS. Ελπίζω ότι όσοι συμμετέχουν στο OWS μπορούν να αναγνωρίζουν πως, ό,τι  συμβαίνει τώρα, είναι η δημιουργία ενός κλίματος που μπορεί να ωθήσει τα πράγματα προς τα αριστερά και να κερδίσει περισσότερα. Δεν θα είμαι ευχαριστημένος με όλους τους συμβιβασμούς που κάποιοι άνθρωποι πρέπει να κάνουν, ούτε νομίζω ότι θα επιβιώσουμε μόνο με μεταρρυθμίσεις, αλλά πρέπει να τα κάνουμε και αυτά. Εάν θέλουμε μια πραγματική, ουσιαστική κοινωνική αλλαγή, πρέπει να κερδίσουμε τα πράγματα στην πορεία, επειδή αυτά θα είναι τα θεμέλια πάνω στα οποία θα μπορούμε να συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε για μεγάλο διάστημα. Έτσι θα γίνουμε ένα κρίσιμο κίνημα που μπορεί να κάνει τελικά μια ριζική τομή σε αυτό το σύστημα. Εν τω μεταξύ, ο ρόλος μας ως ΟWS θα είναι να στηρίξουμε ένα όνειρο μεγαλύτερο από αυτό. Νομίζω ότι είναι υποχρέωσή μας να κοιτάξουμε πολύ πιο μπροστά, να διεκδικήσουμε το όραμα, να δημιουργήσουμε εναλλακτικές λύσεις και να παρέμβουμε στις πολιτικές και οικονομικές διαδικασίες που επιδρούν στη ζωή των ανθρώπων. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι θεσμοί που διέπουν τις ζωές μας έχουν πραγματικά δύναμη, αλλά εμείς δεν είμαστε υποχρεωμένοι  να συμμετέχουμε σε αυτούς σύμφωνα με τους δικούς τους κανόνες. Νομίζω ότι ο ρόλος του ΟWS είναι να τους αποτρέψει από το να χρησιμοποιούν αυτή την εξουσία, και να δημιουργήσει ανοίγματα για τις εναλλακτικές λύσεις που προσπαθούμε να οικοδομήσουμε.
Το παράδειγμα της Χιλής
N.K: Ξέρεις, είμαι διχασμένη σχετικά με αυτό. Από τη μια πλευρά, το OWS είναι τόσο ευρύ, ώστε ένα τεράστιο φάσμα ανθρώπων έχει βρει μια θέση σε αυτό. Και έχει σίγουρα μεγάλη αξία και μόνο το ότι είναι ένα τόσο πολύ δυναμικό κίνημα που είναι σε θέση να παρεμβαίνει στις πολιτικές εξελίξεις. Ιδιαίτερα γιατί, εξετάζοντας τι συμβαίνει στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή, νομίζω ότι πρέπει να προετοιμαστούμε για το επόμενο οικονομικό σοκ. Είναι μια πολύ μεγάλη υπόθεση ότι στον επόμενο γύρο των μέτρων λιτότητας στις ΗΠΑ θα υπάρξει ένα μαζικό κίνημα έτοιμο να πει: «δεν υπάρχει άλλος τρόπος, δεν θα πληρώσουμε εμείς – αν χρειάζεστε χρήματα, να φορολογηθεί το 1% και να μειωθούν οι στρατιωτικές δαπάνες, δεν θα κόψετε την εκπαίδευση και τα δελτία τροφίμων». Αλλά πρέπει να είμαστε σαφείς: δεν είναι αυτό που θα κάνει τα πράγματα καλύτερα. Αυτό προσπαθεί να αποτρέψει τα πράγματα να πάρα πολύ χειρότερα. Για να γίνουν τα πράγματα καλύτερα, πρέπει να υπάρξει μια θετική πρόταση. Κοιτάξτε τις φοιτητικές διαδηλώσεις της Χιλής, για παράδειγμα. Είναι ένα πολύ αξιόλογο κίνημα και έχει τεράστια ιστορική σημασία, γιατί αυτό είναι πραγματικά το τέλος της χιλιανής δικτατορίας μετά από είκοσι -και περισσότερα- χρόνια από τότε που τελείωσε στην πραγματικότητα. Ο Πινοσέτ ήταν στην εξουσία για πάρα πολύ καιρό, πολλές από τις πολιτικές του παγιώθηκαν κατά τη διάρκεια της μετάβασης, όταν η αριστερά στη Χιλή πραγματικά δεν μπορούσε να ανακάμψει, έως ότου ήρθε αυτή η γενιά των νέων που βγήκαν στους δρόμους. Και βγήκαν στους δρόμους γιατί προκλήθηκαν από τα μέτρα λιτότητας που πλήττουν σκληρά την εκπαίδευση. Όμως, αντί να πουν: «εντάξει, είμαστε ενάντια σε αυτές τις τελευταίες περικοπές λιτότητας», είπαν: «απαιτούμε δωρεάν δημόσια εκπαίδευση και θέλουμε να αναθεωρηθεί το σύνολο της ατζέντας των ιδιωτικοποιήσεων». Και αυτό μπορεί να φαίνεται μία στενή απαίτηση, αλλά ήταν σε θέση να το κάνουν γιατί η ανισότητα υπάρχει παντού. Το έκαναν δείχνοντας πώς η ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης στη Χιλή και η δημιουργία ενός βάναυσου εκπαιδευτικού συστήματος δύο επιπέδων, εμβάθυναν την ανισότητα, στερώντας από τους φτωχούς φοιτητές οδούς διαφυγής από τη φτώχεια. Οι διαμαρτυρίες έβαλαν φωτιά στη χώρα, και τώρα δεν είναι απλά ένα φοιτητικό κίνημα. Αυτό λοιπόν είναι μια εντελώς διαφορετική περίπτωση από το OWS, επειδή ξεκίνησε με αιτήματα. Παράλληλα δείχνει πως, αν τα αιτήματα είναι αρκετά ριζοσπαστικά, μπορεί να ανοίξει μια ευρύτερη συζήτηση για το τι είδους κοινωνία θέλουμε. Νομίζω ότι έχει να κάνει περισσότερο με το όραμα, από ό, τι με τα αιτήματα. Ανησηχώ ότι υπάρχουν κάποιες ομάδες που προσπαθούν να σφετεριστούν το κίνημα, επιδιώκοντας να συγκεντρώσουν χρήματα από αυτό, και ότι το κίνημα κινδυνεύει να προσδιοριστεί από κάτι που δεν είναι το ίδιο – και κυρίως: από αυτό που θα μπορούσε να γίνει. Εάν το κίνημα πρέπει συνεχώς να λέει: «όχι, δεν είμαστε αυτό ή το άλλο», τότε ο κίνδυνος είναι να εγκλωβιστούμε σε μια αμυντική ταυτότητα που θα έχει επιβληθεί από τα έξω. Πιστεύω ότι κάτι τέτοιο συνέβη με το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα μετά το Σιάτλ, και δεν θα ήθελα να δω αυτά τα λάθη να επαναλαμβάνονται.
Η οικοδόμηση του κινήματος
Γ.M: Νομίζω ότι έχεις δίκιο γι’ αυτό και για όσα λες σε σχέση με το όραμα. Δεν έχουμε αιτήματα με τον τρόπο που οι άλλοι θέλουν να ακούσουν ένα αίτημα. Αλλά φυσικά έχουμε αιτήματα, φυσικά θέλουμε να αλλάξουν τα πράγματα. Όταν κάποιος αποκλεισμένος διεκδικεί ένα αξιοπρεπές σπίτι για την οικογένειά του ή οργανώνονται ομάδες οπυ κάνουν ξαφνικές καταλήψεις ή ακτιβιστές επιτίθενται σε τράπεζες που επενδύουν σε άνθρακα, αυτοί είναι οι τρόποι να επικοινωνούμε τα αιτήματά μας σε μια νέα γλώσσα της αντίστασης. Το ΟWS είναι μια πραγματικά μεγάλη σκηνή που μπορεί να μην έχει μία φωνή, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το σύνολο των ομάδων εξαφανίζεται όταν συμμετέχουν στο κίνημα. Υπάρχουν ομάδες για τα δικαιώματα στέγασης που ζητούν να τεθεί τέλος στον αποκλεισμό ή εργατικά συνδικάτα που απαιτούν αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας, και ούτω καθεξής. Προσπαθούμε να οικοδομήσουμε ένα κίνημα όπου τα άτομα και οι ομάδες θα έχουν την αυτονομία να κάνουν ό, τι πρέπει να κάνουν και να δώσουν τις μάχες που χρειάζονται, ενώ θα είναι σε αλληλεγγύη με κάτι πολύ ευρύτερο και μακρόπνοο, κάτι ριζοσπαστικό και ουτοπικό. Και αυτός είναι ένας από τους λόγους που το όραμα είναι τόσο σημαντικό, αφού ενώνει όλους αυτούς τους αγώνες. Πιστεύω όμως ότι πρέπει να κερδίσουμε πράγματα, έχεις απόλυτο δίκιο σ’ αυτό. Τώρα, ελπίζω ότι είμαστε έτοιμοι να κάνουμε μια μετάβαση από το συμβολικό στο πραγματικό, τόσο στη σφαίρα της δημιουργίας εναλλακτικών λύσεων όσο και στην ανάπτυξη των αντιστάσεων. Πρέπει να διεκδικήσουμε τα σπίτια, όχι μόνο ως σύμβολα, αλλά για να ζήσουν οι άνθρωποι σε αυτά. Να ανοίξουν τα κλειστά νοσοκομεία και να μπουν μέσα οι γιατροί. Να επιτεθούμε ενάντια στο δόγμα «business as usual», να περάσουμε από τη διαμαρτυρία στην αντίσταση. Θα έχουμε καταφέρει να επιδρούμε πραγματικά όταν το Κογκρέσο δεν θα μπορεί να ψηφίσει αυτά που θέλει επειδή θα υπάρχει μεγάλη αντίσταση, επειδή θα υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι στους δρόμους. Θα έχουμε πραγματικό αντίκτυπο όταν δεν θα κλείνουμε μόνο τα υποκατάστημα του τραπεζικού λόμπι, αλλά θα αποκλείουμε τις εισόδους των κεντρικών τους γραφείων, όπου σχεδιάζουν την πολιτική τους. Πρέπει να αναγκάσουμε τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να επαναξιολογήσουν τις αποφάσεις τους, και πρέπει να οικοδομήσουμε τη δύναμη για να τους αντικαταστήσουμε όλους αυτούς εντελώς: όχι μόνο στο περιεχόμενο αλλά και στη μορφή. Αν αυτά μείνουν μόνο λόγια, τότε θα έχουμε χάσει μια απίστευτη ευκαιρία να επηρεάσουμε πραγματικά τη ζωή των ανθρώπων με ουσιαστικό τρόπο. Αυτά δεν είναι παιχνίδι. Μια κοινωνία όπου υπάρχουν άδεια σπίτια, αλλά οι άνθρωποι δεν έχουν τα σπίτια, είναι αποκρουστική, είναι απαράδεκτη, δεν μπορεί να επιτρέψουμε να υπάρχει. Μπορούμε να πούμε το ίδιο και για πολλά άλλα: για τον πόλεμο, για την πατριαρχία, για τον ρατσισμό. Έχουμε μια πολύ μεγάλη ευθύνη.
Ο συλλογικός φόβος όταν το αδύνατο γίνεται δυνατό
N.K: Και κανείς δεν ξέρει πώς να κάνει αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε. Βλέπουμε όσα έγιναν στην Ισλανδία ή αυτά που συνέβηκαν στην Αργεντινή. Όμως αυτοί είναι εθνικοί αγώνες, κατά κάποιο τρόπο βρίσκονται στην οικονομική περιφέρεια. Κανένα κίνημα δεν έχει ποτέ αμφισβητήσει επιτυχώς το υπερ-κινητικό παγκόσμιο κεφάλαιο στην πηγή του. Έτσι, αυτό για το οποίο μιλάμε είναι τόσο νέο που είναι τρομακτικό. Νομίζω ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να παραδεχτούν ότι είναι τρομοκρατημένοι, ίσως να μην ξέρουν πώς να κάνουν αυτό που ονειρεύονται να κάνουν, γι’ αυτό και δεν το κάνουν, αλλά ο φόβος τους -ή μάλλον ο φόβος μας- υποσυνείδητα διαμορφώνει τις πολιτικές μας και μπορεί να καταλήξει σε μια κατάσταση όπου θα λες «όχι, δεν θέλω καμία δομή» ή «όχι, δεν θέλω να διεκδικήσω οποιαδήποτε ανάγκη μου ή ότι έχει να κάνει με την πολιτική». Πραγματικά, αυτό είναι που φοβούνται πάρα πολύ, παρά το γεγονός ότι δεν έχουν ιδέα πώς να κάνουν αυτό που θέλουν. Αν λοιπόν παραδεχτούμε όλοι ότι είμαστε τρομοκρατημένοι, τότε ο φόβος χάνει λίγη από τη δύναμή του.
Γ.M: Ναι, αυτό είναι πραγματικά σημαντικό. Αυτό που μόλις είπες μου θύμισε μια στιγμή που υπήρξε σημείο καμπής για μένα. Πριν από τρεις εβδομάδες περίπου, καθόμουν και μιλούσα με μια ομάδα ανθρώπων που είχα μόλις συναντήσει, σκεφτόμασταν για το κίνημα και ποιος θα μπορούσε να είναι επικεφαλής, και θυμάμαι αυτή την τρελή στιγμή που με χτύπησε ένα: «ω, κερδίζουμε». Ήταν σουρεαλιστικό. Και στη συνέχεια η σκέψη αυτή έδωσε τη θέση της στο ερώτημα: «τι θέλουμε;». Ξέρεις, δεν είχαμε κερδίσει πολλά, και ακόμα δεν έχουμε, και είμαστε πολύ μακριά από την κοινωνία που θέλουμε να ζούμε. Αλλά ήταν εκείνο το έντονο συναίσθημα, ότι η αφήγηση έγινε μετατόπιση, ότι όλος ο κόσμος παρακολουθούσε, ότι υπήρχε μια μεγάλη δυνατότητα μπροστά μας. Ήταν η πρώτη φορά που το βίωσα αυτό, και νομίζω ότι ήταν η πρώτη φορά και για άλλους πολλούς ανθρώπους. Και αυτή ήταν μια απίστευτη ενδυνάμωση, μια στιγμή που πραγματικά άλλαξε τη ζωή μου. Την ίδια στιγμή ήταν και μια απίστευτα τρομακτική στιγμή, γιατί αυτό σημαίνει πως ό,τι κάνουμε είναι πραγματικά υψηλού ρίσκου, δεν είναι αστείο. Έτσι, λοιπόν, ακολουθώντας το νήμα τού τι είναι δυνατό, σκέφτηκα ότι όλα αυτά ήταν αδύνατα πριν από λίγους μήνες. Όλα αυτά ήταν αδιανόητα. Και προσωπικά ένιωσα ότι ήμουν πολύ κυνικός και έμαθα πολλά από αυτό. Πιθανόν να γνωρίζουμε πολύ λίγα για το τι είναι εφικτό. Και αυτό είναι πραγματικά συγκινητικό, και σημαντικό, και ανοίγει πολλές πόρτες. Τι νομίζεις ότι είναι δυνατό;
Η συνάντηση οικολογικής και οικονομικής κρίσης
N.K: Πρώτα από όλα είναι η στιγμή μιας δυνατότητας που δεν έχω δει ξαναδεί: ποτέ δεν είχαμε τόσους πολλούς ανθρώπους με το μέρος μας όπως τώρα. Εννοώ ότι στο Σιάτλ δεν ήταν έτσι, ήμασταν οριακά· πάντα ήταν οριακά, επειδή ήμασταν σε μια οικονομική έκρηξη. Όμως τώρα το σύστημα έχει παραβεί τους δικούς του κανόνες, έγινε προκλητικό και η αξιοπιστία του αμφισβητείται. Υπάρχει ένα κενό που πολλές φωνές μας ζητούν να το καλύψουμε, κι αυτό είναι συναρπαστικό. Προσωπικά πιστεύω ότι η μεγάλη δυνατότητα που μας ανοίγεται, έγκειται στη συνάντηση της οικολογικής κρίσης και της οικονομικής κρίσης. Βλέπω την κλιματική αλλαγή ως την απόλυτη έκφραση της βίας του καπιταλισμού: το οικονομικό μοντέλο που φετιχοποιεί, δεν είναι μόνο ότι κάνει τη ζωή μίζερη σε σύντομο χρονικό διάστημα, αλλά κι ότι ήδη κάνει τον πλανήτη ακατοίκητο μεσοπρόθεσμα. Ξέρουμε, και έχει αποδειχτεί επιστημονικά, ότι αν συνεχίσουμε με το δόγμα «business as usual», οδεύουμε προς μια γνωστή (χειρότερη) κατεύθυνση. Νομίζω ότι η κλιματική αλλαγή είναι το ισχυρότερο επιχείρημα που είχαμε ποτέ κατά του εταιρικού καπιταλισμού, καθώς και το ισχυρότερο επιχείρημα που έχουμε για την ανάγκη εναλλακτικών λύσεων σε αυτόν. Η επιστήμη βάζει στις ΗΠΑ μια προθεσμία: θα πρέπει να μειώσουμε δραστικά τις εκπομπές αερίου μέχρι το τέλος της δεκαετίας και αυτό σημαίνει: «ξεκινήστε από τώρα». Νομίζω ότι αυτή η προθεσμία πρέπει να είναι μέρος κάθε συζήτησης σχετικά με το τι πρόκειται να γίνει στην συνέχεια, γιατί στην πραγματικότητα δεν έχουμε άπειρο χρόνο. Θα πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι αυτό το είδος επείγουσας ανάγκης θα μπορούσε να γίνει μια πολύ οπισθοδρομική δύναμη αν το αξιοποιήσουν οι λάθος άνθρωποι. Είναι εύκολο να φανταστεί κανείς ένα απολυταρχικό σύστημα που, χρησιμοποιώντας το κλίμα έκτακτης ανάγκης, να πει: «δεν έχουμε χρόνο για τη δημοκρατία και τη συμμετοχή, πρέπει να τα επιβάλουμε όλα από τα πάνω». Αυτή την στιγμή, η κυρίαρχη τάση στο περιβαλλοντικό κίνημα είναι να λέμε: «αυτό το πρόβλημα είναι τόσο επείγον ώστε το μόνο που μπορούμε να ζητήσουμε είναι συμβιβαστικές λύσεις – αυτό είναι το μόνο που μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα επιτευχθεί». Μιλώντας για τη σχέση ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη και την κλιματική αλλαγή, το θέμα δεν μπαίνει στο τραπέζι τώρα, επειδή δήθεν δεν έχουμε πολύ χρόνο για να κάνουμε όλες τις βαθιές αλλαγές. Αλλά αυτό ίσχυε πριν από το OWS, γιατί τώρα το OWS θέλει να αλλάξει ό,τι είναι δυνατό. Έτσι, αυτό που λέω όταν μιλάω με περιβαλλοντικές ομάδες είναι: «ας αρχίσουμε να φανταζόμαστε τι θα ήταν δυνατό να πετύχουμε αν το κλιματικό κίνημα δεν ήταν εκεί έξω μόνο του, αν ήταν μέρος ενός πολύ ευρύτερου πολιτικού κινήματος που καταπολεμά την απληστία η οποία χαρακτηρίζει το καπιταλιστικό οικονομικό μοντέλο». Σε αυτό το πλαίσιο είναι «πρακτικό» να μιλήσουμε για την αλλαγή αυτού του συστήματος. Είναι πολύ πιο πρακτικό, στην πραγματικότητα, παρά την παρότρυνση διεφθαρμένων σχεδίων όπως το cap-and-trade, που γνωρίζουμε ότι αποκλείεται να μας πάει εκεί που η επιστήμη λέει ότι πρέπει να πάμε.
Είμαι επίσης ενθουσιασμένη για το γεγονός ότι, κατά την τελευταία δεκαετία, από τότε δηλαδή που κορυφώθηκε το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης, έχει γίνει πολύ δουλειά που αποδεικνύει ότι η οικονομική δημοκρατία είναι και εφικτή και επιθυμητή. Κοιτάξτε την έκρηξη του τοπικού κινήματος για τα τρόφιμα, τις κοινότητες που υποστηρίζουν την αγρο-κουλτούρα και τις αγορές αγροτών. Ή το πράσινο συνεταιριστικό κίνημα, τα προγράμματα αιολικής και ηλιακής ενέργειας που υποστηρίζονται από τις τοπικές κοινότητες κ.ο.κ. Και τότε έχουμε πόλεις όπως το Ντιτρόιτ ή το Πόρτλαντ, που εργάζονται σε πολλαπλά μέτωπα για να επαναπροσδιορίσουν τις οικονομίες τους. Υπάρχουν πολλά ζωντανά παραδείγματα κοινοτήτων που έχουν αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση καλύτερα από εκείνα τα μέρη που εξακολουθούν να εξαρτώνται από μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, και θα μπορούσε να ισοπεδωθούν σε μια νύχτα, όταν οι εταιρείες κλείνουν τις πόρτες τους. Το πιο σημαντικό: πολλά από τα μοντέλα αυτά αφορούν τόσο τις οικονομικές όσο και τις οικολογικές κρίσεις, δημιουργώντας θέσεις εργασίας, προωθώντας την ανοικοδόμηση της κοινότητας, και ταυτόχρονα μειώνοντας τις εκπομπές αερίων και την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Επιστρέφοντας στην ιδέα της αντίστασης και των εναλλακτικών λύσεων, βλέπω ως  πιθανόν μέλλον του OWS ότι θα μπορούσε να αρχίσει να υποστηρίζει τις πολιτικές αυτές ως οικονομικές εναλλακτικές λύσεις για να πάμε στο επόμενο επίπεδο. Οπότε, ναι, εκεί είναι που βλέπω πολλές δυνατότητες, αλλά πιθανώς και πολλές χαμένες ευκαιρίες. Εσύ το βλέπεις;
Η συνέχεια του OWS
Y.M: Νομίζω ότι υπάρχει μια αφάνταστη δυνατότητα, και ότι στο κοντινό μέλλον μπορούμε να κερδίσουμε πολλά που θα βελτιώσουν πραγματικά τις ζωές των ανθρώπων. Μπορούμε να συνεχίζουμε να αλλάζουμε το πολιτικό τοπίο, και να αναπτυχθούμε σε ένα μαζικό κίνημα που θα έχει τη δύναμη να προτείνει έναν άλλο κόσμο. Νομίζω ότι είμαστε μόνο στην αρχή. Και βλέπω επίσης ότι μπορούμε να κερδίσουμε μια πραγματικά ελεύθερη κοινωνία. Είναι απολύτως δυνατό να έχουμε ένα πολιτικό και οικονομικό σύστημα στο οποίο να έχουμε λόγο, να ασκούμε δημοκρατικό έλεγχο, να συμμετέχουμε σε ό,τι είναι δίκαιο και απελευθερωτικό. Μια κοινωνία όπου θα υπάρχει αυτονομία για τους εαυτούς μας και τις κοινότητές μας και αλληλεγγύη μεταξύ τους. Είναι δυνατό και είναι και αναγκαίο. Αυτό είναι το εκπληκτικό που συμβαίνει με το κίνημα OWS: αυτή η στιγμή που καθόμαστε εδώ, και δεν μπορώ να φανταστώ ακόμη τα όρια των δυνατοτήτων μας.

(*) H Ναόμι Κλάιν είναι δημοσιογράφος, ακτιβίστρια και συγγραφέας. Ο Γιόταμ Μάρομ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας, έχει δραστηριοποιηθεί στο OWS, και είναι μέλος της «Οργάνωσης για μια ελεύθερη κοινωνία» (www.afreesociety.org)
Απόδοση: Δημήτρης Γκιβίσης

αναδημοσίευση από : η λέσχη της ανυπόταχτης θεωρίας 
πηγή: The Nation

ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΧΑΜΟΣ, ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΠΑΝΙΚΟΣ

Με προσκλήσεις το "κοινό" στην παρέλαση την 25η Μαρτίου

 
Σύμφωνα με πληροφορίες ο νομικός σύμβουλος του Υπουργού Εθνικής Άμυνας κ. Πολύκαρπος Αδαμίδης και ο στρατιωτικός Διευθυντής του , Συνταγματάρχης Κ. Μασούρας, στην υπερπροσπάθειά του να μείνει ο Υπουργός στο απυρόβλητο απέναντι στην κοινωνική ένταση που  επικρατεί, σε ειδική σύσκεψη για το θέμα των παρελάσεων της 25ης Μαρτίου μεταξύ άλλων σκέφτηκαν και εισηγήθηκαν να σχεδιαστεί προστατευτική ανθρώπινη ασπίδα 800 αξιωματικών των ενόπλων δυνάμεων με τις οικογένειές τους που θα σταθούν απέναντι από το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη προκειμένου να καταληφθεί όλος ο χώρος μπροστά από την πλατεία με αξιωματικούς του στρατού ώστε οι αγανακτισμένοι πολίτες να μην έχει πρόσβαση και να αποκοπεί από το χώρο της στρατιωτικής παρέλασης.
 Μετά την επίμονη εισήγηση του κ. Αδαμίδη δόθηκε τελικά στη Διεύθυνση Δημοσίων Σχέσεων και Εθιμοτυπίας σχετική διαταγή για το εν
λόγω θέμα.
Κατόπιν της πρότασης αυτής, με έγγραφό της Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης, δύο μήνες πριν από τη παρέλαση καθορίζονται πόσα και ποια άτομα θα βρεθούν στη παρέλαση!
Με κατεπείγουσα διαταγή της Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης Υποστήριξης Στρατού (ΑΣΔΥΣ), σχεδιάζεται προστατευτική ανθρώπινη ασπίδα 800 αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων με τις οικογένειες τους.

Το έγγραφο με ημερομηνία 20 Δεκεμβρίου 2011 εστάλη από τη Διεύθυνση Δημοσίων Σχέσεων και Εθιμοτυπίας της ΑΣΔΥΣ προς τους άμεσα ενδιαφερομένους, δηλαδή Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνομίας, ΓΕΕΘΑ, ΓΔΑΕΕ, ΓΕΣ, ΓΕΑ, Πυροσβεστικό Σώμα κ.λπ.
Σύμφωνα με το έγγραφο που έχει ήδη αποσταλεί:
1. Οι προσκλήσεις θα είναι ονομαστικές και οι κάτοχοι τους θα παρακολουθήσουν την παρέλαση όρθιοι σε ειδικό χώρο απέναντι από τον Άγνωστο Στρατιώτη.
        
2. Για την παραλαβή των προσκλήσεων (16 έως 23 Μαρτίου 2012), που θα είναι ονομαστικές, θα πρέπει να αναφέρονται οπωσδήποτε στην αποστολή των αποδεικτικών στοιχείων ονοματεπώνυμο ενδιαφερομένων καθώς και η σχέση που έχουν μεταξύ τους (στέλεχος υπηρεσίας, σύζυγος, τέκνο μέλους κ.λπ.). Δηλαδή κανονικό φακέλωμα.     
3. Η είσοδος στον συγκεκριμένο περιφραγμένο χώρο για την παρακολούθηση της παρέλασης θα πραγματοποιείται από καθορισμένο σημείο (σαν πόρτα μπαρ ή νυχτερινού καταστήματος δηλαδή). Εκεί άνδρες της ΕΛ.ΑΣ. «θα ελέγχουν την είσοδο, με αντιπαραβολή πρόσκλησης - Δελτίου Ταυτότητας - και ονομαστική κατάσταση ΑΣΔΥΣ», όπως αναφέρεται επακριβώς στο εν λόγω έγγραφο.       
4. Οι αποδέκτες των προσκλήσεων παρακαλούνται να αναφέρουν στην ΑΣΔΥΣ ως τις 2 Μαρτίου 2012 τον αριθμό των προσκλήσεων που επιθυμούν, υποβάλλοντας ταυτόχρονα και τα ονοματεπώνυμα αυτών που θα παρακολουθήσουν την παρέλαση καθώς και τη σχέση τους με την υπηρεσία (βαθμός, μονάδα όπου ανήκει, σύζυγος, τέκνο στελέχους ή μόνιμου υπαλλήλου κ.λπ.).
 
Πηγή: alterthess.gr
ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΣΤΟΝ ΒΟΛΟ 28 ΓΕΝΑΡΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΟΥΣ.
ΟΛΟΙ ΕΚΕΙ.



Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΤΟ ΟΠΛΟ ΤΩΝ ΛΑΩΝ,
                     ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΩΝ ΑΦΕΝΤΙΚΩΝ

οι φασίστες πήραν υπουργεια αλλα κατατροπώθηκαν στον δρόμο


          Στην Θεσσαλονίκη είχαν πανελλαδική συγκέντρωση φασίστες στο άγαλμα Βενιζέλου. Στην συγκέντρωση καλούσαν η φασιστική εφημερίδα «στόχος» και η «χρυσή αυγή». Αντιφασιστική συγκέντρωση στην οποία καλούσαν η ΚΕΕΡΦΑ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών και Αναρχικοί, είχε καταλάβει το άγαλμα Βενιζέλου από το πρωί. Το μεσημέρι μαζικοποιήθηκε η συγκέντρωση και...όλοι πια είχαμε καταλάβει ότι για μια ακόμα φορά ΝΙΚΗΣΑΜΕ.
Οι φασίστες ακύρωσαν τη συγκέντρωση και καλούσαν μερικά χιλιό μετρα μακριά! Από κει δε μπόρεσαν να πάνε πουθενά και διαλύθηκαν…

ΤΑ ΚΟΝΣΕΡΒΟΚΟΥΤΙΑ ΔΕΝ ΣΚΟΥΡΙΑΣΑΝ ΑΚΟΜΑ, ΦΑΣΙΣΤΕΣ ΘΑ ΣΑΣ ΘΑΨΟΥΜΕ ΒΑΘΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΩΜΑ

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

«Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ»

από tvxs.gr

«“Τάξη βασιλεύει στο Βερολίνο!” Ηλίθιοι μπράβοι! Η “τάξη” σας είναι χτισμένη στην άμμο. Αύριο κιόλας η επανάσταση θα ανυψωθεί με μια βροντή και με σαλπίσματα θα ανακοινώσει στον τρόμο σας: Ήμουν, Είμαι, Θα είμαι!». Ρόζα Λούξεμπουργκ.
Σαν σήμερα, στις 15 Ιανουαρίου του 1919, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, μαρξίστρια και ηγετική μορφή των «Σπαρτακιστών», δολοφονείται από τα Freikorps, τις εθνικιστικές πολιτοφυλακές για την καταστολή της επανάστασης του Γενάρη στη Γερμανία.
Με αφορμή την επέτειο θανάτου της, το tvxs δημοσιεύει κείμενο του Νίκου Καζαντζάκη για την Ρόζα Λούξεμπουργκ:
«Κίνησα το πρωί για τον Διόνυσο, στην Πεντέλη. Κρατούσα τα "Γράμματα" της Ρόζας Λούξεμπουργκ κι ήθελα να τα διαβάσω ψηλά στη μοναξιά, κάτω από τα πεύκα.
Γυάλιζε ο αέρα ακίνητος κι άστραφτε σαν ατσάλι· απάνω του, σαν ξόμπλια σμαλτωμένα, τα δέντρα, οι πεταλούδες, τα σπίτια των ανθρώπων. Η Πεντέλη μπροστά μου, η μάνα, με τον ανοιχτό πληγωμένον κόρφο, που είχε γεννήσει τους Θεούς· ζερβά μου ο Πάρνης γαλάζιος και τραχύς. Μύριζε το θυμάρι, η αφάνα· οι βελόνες των πεύκων, διχαλωτές, έσταζαν τον ήλιο.
Στο Διόνυσο, βρήκα ένα παλιό μου φίλο. Είχα χρόνια να τον δω. Α! τους ηρωικούς αγώνες μας για τη δημοτική γλώσσα, τα μανιφέστα που ξαπολούσαμε, τις κρυφές μας συνεδρίες στα υπόγεια ενός μεγάλου σπιτιού, τους νέους που φέρναμε στα κατηχούμενα τούτα να τους φωτίσουμε, να πληθύνουμε, ν’ ανεβούμε από τα υπόγεια, να φωτίσουμε την Ελλάδα.
Έπειτα σκορπίσαμε. Άλλοι παντρεύτηκαν, άλλοι βαρέθηκαν, άλλοι διορίστηκαν κι ησύχασαν. Όταν τους συναντώ στο δρόμο, κάνω πως δεν τους βλέπω από ευγένεια – φοβούμαι μήπως θυμηθούν και κοκκινίσουν. Μα σήμερα δεν μπόρεσα να ξεφύγω. Μόλις πρόβαλα στο μικρό ξενοδοχείο του Διονύσου, να ο φίλος μου με το μπαστούνι του, με το καπέλο γυριστό, να μην τον κάψει ο ήλιος γλυκοκουβέντιαζε με πέντ’ έξι κοπέλες. Πώς πάχυνε! Τα μάτια του ήταν πρησμένα, τα μάγουλά του κρέμουνταν, το πηγούνι του αναπαύονταν απάνου στο διπλό προγούλι.
-Πώς πάχυνες! του είπα.
-Ναι, πήρα τον κατήφορο. Στρώνω τραπέζι για τα σκουλήκια. Γεροντόπαχο. Δε σκοτίζομαι πια για τίποτα, δεν μπορώ να αφομοιώσω καμιά καινούρια ιδέα. Είμαι ήσυχος.
Και σε λίγο πρόσθεσε:
-Άλλαξαν οι συνήθειές μου. Παντρεύτηκα βλέπεις. Δεν περπατώ πια, βαριέμαι. Αγαπώ τις απλές κουβέντες, τη μαστίχα και τα παιδιά μου.
Θέλησα να του θυμίσω τους αγώνες μας. Όλα τα θυμόταν ήσυχα, χωρίς θλίψη, χωρίς ντροπή.
-Κάναμε ό,τι μπορούσαμε. Σήμερα οι νέοι άλλαξαν. Γίνηκαν επαναστάτες, δε σέβουνται.
Μα καθόλου δε θεράπευε πια την καρδιά μου όλη τούτη η ωραιότητα. Σαν παμπάλαιη μου φάνηκε Σειρήνα, που μάταια μάχουνταν να μας γοητέψει και να ξεχάσουμε το τραχύ, χωρίς γλύκα κι ωραιότητα σύγχρονο χρέος.
Ανέβαινα βιαστικός, κλεισμένος μέσα στην αγωνία μου. Σήμερα μια γυναίκα άσκημη, χλωμή, απελπισμένη, ανένδοτη, ήταν μαζί μου· ως άγγιζες το χέρι μου το μικρό βιβλιαράκι της Ρόζας Λούξεμπουργκ, έφρισσα, σα να με άγγιζε το νευρικό, νεκρό της χέρι και με οδήγαε.
Μια μέρα την είχα δει σε μια μικρή γερμανική πολιτεία, πάνου σε ένα τραπέζι, να μιλάει σε χιλιάδες εργάτες και πεινασμένους. Ήταν αδύναμη, σα ραχητική, φορούσε ένα παλιό σάλι, έτρεμε από το κρύο κι έβηχε. Μα πότε δεν θα ξεχάσω την κραυγή που τινάχτηκε από το ανεμικό της στόμα κι ανέβηκε στον ουρανό: «Ελευτερία, φως, δικαιοσύνη. Να χαθούμε, όλοι αδέλφια, για να σώσουμε τη γης!».
Πολλοί κλαίγαν, άλλοι βλαστημούσαν και φοβέριζαν. Οι καλοθρεμμένοι αστοί περνούσαν και σφύριζαν. Ήρθαν οι αστυφύλακες και την κατέβασαν από το τραπέζι και την πήραν στη φυλακή. Ποτέ δε θα ξεχάσω τη ματιά της προς τους αψηλούς, βάρβαρους στρατιώτες. Έλεος, αγανάχτηση και θλίψη. Σα να μετρούσε πόσο σκοτάδι υπάρχει ακόμα, πόση σκλαβιά και τι αγώνας χρειάζεται!
Μιαν άλλη μέρα: Είχε κηρυχτεί ο παγκόσμιος πόλεμος, τα γερμανικά σιδερόφραχτα στρατεύματα κίνησαν να δρασκελίσουν τα σύνορα και να μπουν στη Ρωσία.
Άξαφνα, μια χλωμή γυναίκα όρμησε, στάθηκε απάνου στα σύνορα κι άνοιξε τα δυο μικρά της αδύναμα χέρια να σταματήσει τους στρατούς που προχωρούσαν. Ήταν η Ρόζα Λούξεμπουργκ.
Τη φυλακίζουν. Από τη φυλακή της κοιτάζει τον ήλιο, τα πουλιά, τα σύννεφα, ακουμπισμένη στα κάγκελα.
Ξαπλωμένος στην κορφή του βουνού διαβάζω τα γράμματα της στην αγαπημένη της φιλενάδα, τη Σόνια: «Κάποτε μου φαίνεται πως δεν είμαι ανθρώπινο πλάσμα, μα ένα πουλί ή ένα οποιοδήποτε ζώο, που πήρε ανθρώπινη μορφή. Περσότερο ταιριάζει στην ψυχή μου μια γωνίτσα περβόλι, ένα χωράφι και να ΄μαι ξαπλωμένη στο χορτάρι, ανάμεσα στα έντομα, παρά να βρίσκουμαι σ’ ένα συνέδριο σοσιαλιστικό. Σε σένα μπορώ να κάμω μια τέτοια εξομολόγηση, γιατί βέβαια δε θα με φανταστείς εσύ πως προδίνω την ιδέα. Το ξέρεις, πως μεόλα αυτά, ελπίζω να πεθάνω στο μετερίζι μου: σε μια μάχη στα οδοφράγματα ή μέσα στη φυλακή…».
Γιομάτη επικίντυνα πλούτη κι αντινομίες ήταν η ψυχή της, όπως κάθε μεγάλη ψυχή.
Και παρακάτω γράφει:
«Τη στιγμή που σου γράφω ένας μεγάλος βάβουλος μπήκε στο κελί της φυλακής μου· το γιομώνει με τη βαριά, σα βαρύτονου, φωνή του. Τί ωραίος που είναι, τί βαθύτατη χαρά ζωής αναπηδάει μέσα από το βούισμά του, το γιομάτο δύναμη, ζέστα καλοκαιριάτικη και μυρωδιές από τα λουλούδια!»
«Σονίτσα» γράφει μιαν άλλη μέρα, «παραπονιέσαι με λόγια πικρά γιατί με κρατούν τόσον καιρό φυλακή και φωνάζεις: «Πώς είναι δυνατόν οι ανθρώποι να ορίζουν την τύχη άλλων ανθρώπων;» Αγαπητό μικρό μου πουλί, σε όλη την ιστορία ανθρώποι ορίζουν την τύχη άλλων ανθρώπων, κι η αδικία τούτη, έχει βαθύτατα τις ρίζες της στις υλικές συνθήκες της ζωής.
Μονάχα η εξέλιξη, μέσα από αναρίθμητες σπασμωδικές κρίσεις, μπορεί να φέρει τη λύτρωση. Σήμερα ζούμε ένα από τα πιο τρικυμισμένα κεφάλαια της εξέλιξης αυτής και ρωτάς: Προς τί όλα τούτα; Το ερώτημα τούτο δεν έχει νόημα όταν αγκαλιάσεις ολάκερο τον κύκλο της ζωής. Προς τί να υπάρχουν πουλιά στον κόσμο; Δεν ξέρω. Μα χαίρουμαι που υπάρχουν και γλυκύτατα παρηγοριέμαι, γρικώντας ξαφνικά ένα βιαστικό τσι-τσι-μπε να μου έρχεται μακριάθε, απάνου από τον τοίχο.
Άλλωστε υπερτιμάς τη γαλήνη μου. Δυστυχώς η εσωτερική μου ισορροπία και μακαριότητα ταράζεται κι από τον πιο ανάλαφρο ίσκιο που περνάει ποπάνω μου κι υποφέρω τότε αδήγητο μαρτύριο. Μα τις στιγμές αυτές μου είναι αδύνατο να προφέρω λέξη.».
Σε ένα άλλο γράμμα της περιγράφει με πόνο τα βουβάλια που σέρνουν μεγάλα κάρα και κουβαλούν στις φυλακές τα αιματωμένα ρούχα από τον πόλεμο. Ένας στρατιώτης τα χτυπούσε και χάραζε, έως το αίμα, τη ράχη τους:
«Την ώρα που ξεφόρτωναν τα κάρα, τα βουβάλια έμεναν ακίνητα εξαντλημένα και το ένα, εκείνο που έτρεχε αίμα, κοίταζε θλιμμένο, ίσα, μπροστά του. Όλη του η μορφή και τα μεγάλα του μαύρα μάτια, τα τόσο γλυκά, είχαν την έκφραση του παιδιού που τιμωρήθηκε σκληρά χωρίς να ξέρει την αιτία· έκλαψε πολύ και δεν ξέρει πια πώς να γλυτώσει από το μαρτύριο κι από την κτηνώδη βία.
Στεκόμουνα μπροστά στο κάρο και το πληγωμένο ζώο με κοίταζε. Τα δάκρυα τινάχτηκαν από τα μάτια μου· ήσαν τα δάκρυά του. Ω δύστυχο βουβάλι μου, αγαπημένε φτωχέ αδερφέ μου, είμαστε κι οι δυο ανυπεράσπιστοι και βουβοί, ενωμένοι κι οι δυο στο πόνο, στην ανημποριά και στη λαχτάρα!»
Θάμα είναι η ευαισθησία τούτη της καρδιάς σε μια γυναίκα με τόση οξύτατη λογική και διαλεκτική δεινότητα και σοφία.
Κι ακόμα περισσότερο η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε και την Τρίτη ανώτατη αρετή: Δεν ήταν μονάχα λεπτότατα παθαινόμενη καρδιά, δεν ήταν μονάχα ανυπέρβλητα λαγαρός θεωρητικός νους – μα ήταν και μια ζωή γιομάτη Πράξη: αμείλιχτος πολεμιστής, έτρεχε από πόλη σε πόλη, μιλούσε στις πλατείες, στα καφενεία, στα εργοστάσια, πήγαινε μπροστά από τους εργάτες σε συλλαλητήρια κι απεργίες.
«Σονίτσαα, Σονίτσα, κράτα ό,τι κι αν γίνει, τη γαλήνη σου και την ηρεμία. Τέτοια είναι η ζωή και πρέπει να την παίρνεις όπως είναι, με γενναιότητα, με όρθιο το κεφάλι και με χαμόγελο στα χείλη, μπροστά και ενάντια στα πάντα!»
Και το τελευταίο της γράμμα, λίγο πριν την σκοτώσουν:
«Η ψυχή μου βρίσκεται σε τέτοιο πυρετό, που είναι αδύνατο να δέχουμαι πια τους φίλους μου και να νιώθω πως μας επιβλέπουν οι φύλακες. Το βάσταξα με υπομον’η όλα τούτα τα χρόνια κι αν ήταν άλλοι καιροί, θα ‘κανα υπομονή. Μα τώρα που όλα συθέμελα άλλαξαν, δεν το ανέχομαι πια. Να μ’ επιβλέπουν την ‘ωρα που μιλω΄και να να μη με αφήνουν να προφέρω λέξη για ότι βαθύτατα μ’ ενδιαφέρει, μου κατήντησε τόσο μαρτύριο, που προτιμώ να στερηθώ κάθε επίσκεψη, ωσότου να μπορέσουμε να ιδωθούμε σαν ελεύτεροι άνθρωποι».
Σε λίγο καιρό, τον Γενάρη του 1919, τη σκότωσαν!
Αχ! Πως ανέβηκε ξαφνικά, μέσα στην Πεντέλη, η κραυγή: - Βοήθεια!
Δεν ήταν μια γυναίκα που φώναζε – ήταν η κραυγή, η σημερινή, ολάκερης της Γης.
Κατέβαινα το βουνό ταραγμένος. Τα δάκρυα είχαν τιναχτεί από τα μάτια μου. Πώς όταν είδα τη γυναίκα τούτη στη μακρινή πολιτεία να φωνάζει, απάνω στο τραπέζι, μικρή, αδύναμη κι άσκημη, πώς να μη χυθώ να σφίξω το χέρι της και να πάω μαζί της! Μα θυμούμαι, πειράχτηκα κι απόστρεψα το πρόσωπό μου. Ένας γιατρός, που ήταν μαζί μου είπε: «Θα είναι υστερική· θα την πάντρευα να ησυχάσει». Κι εγώ γέλασα, θυμούμαι.
Φρίσσω λογιάζοντας πόσο κτήνος μπορεί να ‘ναι ο άνθρωπος, χωρίς να το νιώθει. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα ξεπέσει τόσο, μεγαλύτερη αμαρτία δεν έκαμα.
Και τώρα τα δάκρυα ανεβαίνουν, μια καρδιά χτυπάει και γιομίζει με αντίλαλο την ερημιά, η ζωή ανασηκώνεται όλη απάνου στους αδύναμους, καμπουριασμένους ώμους της χλωμής τούτης μεγαλομάρτυρης αδελφής.
Έφυγε η κραυγή από το στήθος της, λευτερώθηκε από το εφήμερο κορμί της και δουλεύει, φωνάζοντας πολεμικά, μέσα στα στήθη των ανθρώπων. ΄
Τέτοια η κραυγή της λευτεριάς. Έκαμε χρόνια να φτάσει και να χτυπήσει την ψυχή μου. Άλλες ψυχές, πιο χαμηλά, πιο πέρα, ακόμα δεν τη γρίκησαν. Βλέπουν μια γυναίκα ν’ ανοίγει το στόμα της, να σηκώνει τα χέρια απάνου σ’ ένα τραπέζι, μα δεν ακούν τί λέει: ύστερα από πέντε, δέκα χρόνια, θ’ ακούσουν· κι η ψυχή τους θα τιναχτεί κραυγάζοντας.
Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ σκίζει τα σωθικά μας: -Βοήθεια
Ο αέρας άλλαξε, αναπνέει μιαν άνοιξη βαριά, γιομάτη θειάφι. Ποιος φώναξε; Εμείς φωνάζουμε, οι αδικημένοι άνθρωποι! Κι ύστερα σιωπή· ξεχνούμε από τεμπελιά, από συνήθεια, από φόβο. Μα ξάφνου πάλι η κραυγή σκίζει τα σωθικά μας. Γιατί δεν είναι απόξω, δεν είναι μακριά, δεν έρχεται, για να μπορούμε να ξεφύγουμε – μέσα στην καρδιά κάθεται η κραυγή και φωνάζει.
Ανίλεη, αυστηρή είναι η στιγμή που περνούμε. Δε στρέφουμε πια το πρόσωπό μας στον ουρανό, ζητώντας βοήθεια. Ξέρουμε, ουρανός και γης είναι ένα. Ο νους, ας είναι ο ποιητής ουρανού και γης· αυτός ανέλαβε όλη την ευθύνη του χαμού ή της σωτηρίας. Ο νους μας είναι σαν το «Μικρό Σκορπιό» μιας αφρικάνικης παράδοσης, που αν την ήξερε, πολύ θα την αγαπούσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ.
«Ο μικρός σκορπιός είπε: - Εγώ, ο μικρός σκορπιός ποτέ δε θα επικαλεστώ το όνομα του Θεού. Εγώ, ο μικρός σκορπιός, όταν θέλω να κάμω τίποτα, θα το κάμω με την ουρά μου»!"

203 χρονια απο την γεννηση του Proudhon

Pierre Josef Prοudhon: o «πατέρας» του αναρχισμού

από tvxs.gr

 

«Δικαιοσύνη είναι ο σεβασμός της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, που εκδηλώνεται αυτόματα και εξασφαλίζεται αμοιβαία»
Ο πρώτος άνθρωπος που αυτοχαρακτηρίστηκε ως αναρχικός γεννήθηκε στις 15 Ιανουαρίου του 1809. Ο Pierre Josef Prοudhon, πολιτικός οικονομολόγος, αναγνωρισμένος από τον ίδιο τον Μπακούνιν ως ο ιδρυτής του αναρχισμού, υπήρξε οραματιστής μίας κοινωνίας ανεξάρτητων και αυτοαπασχολούμενων τεχνιτών.
Προερχόμενος από φτωχή οικογένεια, ο Prοudhon ασχολήθηκε με την τυπογραφία και κατά τη διάρκεια του 1840 ήταν γνωστός σε όλη την Ευρώπη. Τον ίδιο δρόμο ακολούθησε και η θεωρία του. Ο Prοudhon χρησιμοποίησε για τον εαυτό του τη λέξη αναρχικός – που μέχρι τότε είχε αρνητική σημασία – δίνοντας της την μετέπειτα σημασία της. Η θεωρία του, όπως ο ίδιος την αποκαλούσε, ήταν ο «αμοιβαίος σοσιαλισμός».
Το πιο γνωστό βιβλίου του είναι το «Τι είναι ιδιοκτησία;» που κυκλοφόρησε το 1840. Την ερώτηση δεν την άφησε αναπάντητη. «Η ιδιοκτησία είναι κλοπή» ήταν η δική του απάντηση. Τα «Κατά τον εορτασμό της Κυριακής» (1839), «Από τη δημιουργία της τάξης στην ανθρωπότητα»(1843), «Οικονομικά συστήματα ή η φιλοσοφία της μιζέριας» (1846) είναι ορισμένα από τα σημαντικά έργα του κι όλα αποτυπώνουν το γεγονός ότι υπήρξε μεγάλος επικριτής της γαλλικής μοναρχίας.
Η παρισινή επανάσταση που ξέσπασε το Φεβρουάριο του 1848 δεν ήταν έκπληξη. Ο Prοudhon στην αλληλογραφία του, εξιστόρησε τη δική του συμμετοχή στην εξέγερση και ανέλυσε τη σύνθεση αυτού που ο ίδιος ονόμασε «πρώτη ρεπουμπλικανική διακήρυξη» της νέας δημοκρατίας. Η ίδια επιστολή αναφέρει, ωστόσο, ότι ο Prοudhon είχε τους ενδοιασμούς του σχετικά με τη νέα κυβέρνηση διότι προωθούσε μία πολιτική μεταρρύθμιση σε βάρος των κοινωνικοοικονομικών μεταρρυθμίσεων που ο ίδιος θεωρούσε εξαιρετικής σημασίας.
Αποφασισμένος ότι το νέο δημοκρατικό πολίτευμα πρέπει να πάρει τη σωστή πορεία, ο Prοudhon, δημοσίευσε τη δική του άποψη για τη μεταρρύθμιση. Στην «Επίλυση του κοινωνικού προβλήματος» περιέγραψε ένα πρόγραμμα αμοιβαίας οικονομικής συνεργασίας μεταξύ των εργαζομένων που πίστευε ότι θα μεταφέρει τον έλεγχο των οικονομικών σχέσεων από τα χέρια των καπιταλιστών στα χέρια των εργαζομένων. Υποστήριξε επίσης την ανάγκη ίδρυσης μιας τράπεζας που θα εξασφάλιζε την παροχή πιστώσεων με πολύ χαμηλό επιτόκιο και θα εξέδιδε «σημειώματα ανταλλαγής», βάσει του χρυσού, που θα κυκλοφορούσαν αντί των χρημάτων.
Ο Prοudhon είχε μεγάλο αντίκτυπο κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Δημοκρατίας, διαθέτοντας ως μέσο τη δημοσιογραφία και τέσσερις διαφορετικές εφημερίδες. Η επιθετική γραφή του, σε συνδυασμό με την αντίληψη που είχε για τον εαυτό του, ότι αποτελεί δηλαδή έναν αουτσάιντερ της πολιτικής, έκανε μία δημοσιογραφία κυνική και μαχητική που ενόχλησε αρκετούς αλλά επηρέασε πολλούς Γάλλους εργαζόμενος. Σε πολλά άρθρα του επέκρινε την πολιτική της κυβέρνησης και συνέχισε να προτείνει τη μεταρρύθμιση των πιστώσεων και ανταλλαγής. Προς την κατεύθυνση της υλοποίησης της θεωρίας του, προσπάθησε να ιδρύσει μία Λαϊκή Τράπεζα, στις αρχές του 1849, αλλά παρά το γεγονός ότι υπήρξαν 13.000 συνδρομητές, τα έσοδα ήταν πολύ λίγα και η τράπεζα δεν κατάφερε να επιβιώσει.
Τον Απρίλιο του 1848, ο Prοudhon απέτυχε να εκλεγεί στη Συντακτική Συνέλευση, παρά το γεγονός ότι το όνομά του εμφανίστηκε στις ψηφοφορίες του Παρισιού, της Λυών και της Λιλ. Τα κατάφερε, ωστόσο, στις συμπληρωματικές εκλογές που διεξήχθησαν στις 4 Ιουνίου και ως εκ τούτου ήταν αναπληρωτής κατά τη διάρκεια των συζητήσεων των Εθνικών Εργαστηρίων. Ο Proudhon ποτέ δεν είχε υποστηρίξει τα εν λόγω εργαστήρια, καθώς τα αντιλαμβανόταν ως κατ’ ουσίαν φιλανθρωπικά ιδρύματα που δεν απειλούν το οικονομικό σύστημα. Δεν ήθελε, πάντως την κατάργησή τους εκτός αν δίνονταν στους εργαζομένους οικονομικές εγγυήσεις για την επιβίωσή τους.
Η βία της εξέγερσης του Ιουνίου, τον συγκλόνισε. Επισκέφθηκε τα οδοφράγματα προσωπικά, προκειμένου να βρίσκεται στην πηγή των γεγονότων, ενώ ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει την παρουσία του στη Βαστίλη, εκείνη την εποχή, ως «μία από τις πιο αξιότιμες πράξεις της ζωής μου». Κατά τη διάρκεια πάντως των γεγονότων του 1848, ο Proudhon ήταν υπέρ ενός ειρηνικού συμβιβασμού - μία στάση που ήταν σύμφωνη με τη στάση του καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του, καθώς ήταν κατά της χρήσης βίας. Ποτέ δεν ενέκρινε πλήρως τις εξεγέρσεις του Φεβρουαρίου, του Μαΐου και του Ιουνίου του 1848, αν και έδειξε ότι αντιλαμβανόταν και κατανοούσε πλήρως τις κοινωνικές και ψυχολογικές αδικίες που οδήγησαν στα γεγονότα αυτά.
Μετά τον Ιούνιο του 1948, ο Prοudhon, δέχτηκε, στο πλαίσιο της Εθνικής Συνέλευσης, σκληρή κριτική από τους συντηρητικούς, κυρίως όσον αφορά τις οικονομικές προτάσεις που προωθούσε. Τελικώς, οι προτάσεις του καταψηφίστηκαν. Η απάντησή του ήταν μία 3ωρη ομιλία, στην οποία υποστήριξε ότι η κατάργηση της ιδιοκτησίας ήταν το ουσιαστικό οικονομικό αίτημα της επανάστασης του 1848, ενώ επέμεινε ότι υπήρχε ανάγκη «να προχωρήσει η χώρα με την κοινωνική εκκαθάριση». Την ομιλία του ακολούθησε μία πρόταση μομφής που υποστηρίχτηκε ακόμη και οι Louis Blanc και Pierre Leroux.
Ο Prοudhon επιπλέον ήρθε σε σύγκρουση με το νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Λουδοβίκο Ναπολέοντα ή Ναπολέοντα Γ'. Η σύγκρουση αυτή οδήγησε στην ποινική δίωξη του και την φυλάκιση του. Το 1848, ο Prοudhon, είχε ασκήσει σκληρή κριτική στον Ναπολέοντα Γ με δύο, μάλιστα, άρθρα του. Αντιτάχθηκε επιπλέον στη δημιουργία ενός ισχυρού εκτελεστικού οργάνου που να εκλέγεται άμεσα από το λαό, ενώ αντιτάχθηκε και στον ίδιο το Ναπολέοντα Γ στις προεδρικές εκλογές του Δεκέμβρη το 1848. Οι επιθέσεις του Prοudhon έγιναν πιο σκληρές, τον Ιανουάριο του 1849 και η κυβέρνηση απάντησε με το να άρει την ασυλία που του είχε χορηγηθεί από την ποινική δίωξη. Έτσι, το Μάρτιο του 1849, ο Prοudhon καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκισης. Για δύο μήνες κρυβόταν, συνεχίζοντας, ωστόσο να γράφει. Το βράδυ της 5ης Ιουνίου, συνελήφθη και μεταφέρθηκε στο Sainte-Pelagie.
Στη φυλακή δεν σταμάτησε να γράφει, μάλιστα δημοσίευσε και τέσσερα βιβλία, ανάμεσα στα οποία και μία προσωπική εξομολόγηση, η «Εξομολόγηση ενός επαναστάτη» (Confession d'un révolutionnaire). Δεν σταμάτησε βέβαια να πραγματεύεται το ζήτημα της εξέλιξης προς την κατεύθυνση μεγαλύτερης ελευθερίας και κοινωνικής ισότητας. Το βιβλίο του «La Révolution sociale demontrée par le coup d'état du 2 decembre» δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μία έκκληση προς τον Βοναπάρτη να επιφέρει τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις για τις οποίες ο ίδιος είχε τόσο μιλήσει.
Ο Prοudhon είχε μεγάλη συνέπεια στα όσα πρέσβευε για το κοινωνικό του πρόγραμμα. Γενικός στόχος του υπήρξε πάντα να επιστρέψει ο έλεγχος της παραγωγικής διαδικασίας στους εργαζόμενους, διασφαλίζοντας ότι οι εργαζόμενοι που ανήκουν τα δικά τους μέσα παραγωγής. Στον «Εκπρόσωπο του λαού» γράφει: «Τι είναι ο παραγωγός στην πραγματική κοινωνία; Δεν είναι τίποτα. Τι πρέπει να είναι; Τα πάντα». Οι ιδέες του Prοudhon συνεχίζουν να έχουν αντίκτυπο μέχρι και σήμερα, ιδιαίτερα στην πατρίδα του, τη Γαλλία.